Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Σκέψεις για τη πολιτική πρόταση του δημοψηφίσματος

Σκέψεις για τη πολιτική πρόταση του δημοψηφίσματος

Θανάσης Παπαγεωργίου

Μετά από 2.5 χρόνια μιας πορείας, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί “πολιτική”, φθάσαμε στο τραγικότερο ίσως πολιτικό αποτέλεσμα της σύγχρονης ιστορίας μας. Η σοβαρότητα του είναι μεγαλύτερη από εκείνη της μικρασιατικής καταστροφής, ενώ η επικινδυνότητα του μας απειλεί με διαστάσεις μεγαλύτερες από εκείνες του εμφύλιου πολέμου. Και αν μεν η πρώτη διάσταση γίνεται δύσκολα συγκρίσιμη, επειδή δεν προηγήθηκαν παρόμοια με εκείνη την εποχή στρατιωτικά, όχι όμως και κοινωνικο – οικονομικά γεγονότα, η δεύτερη τουλάχιστον γίνεται αισθητή από την άποψη των κοινωνικών συνεπειών που κυοφορεί και οι οποίες είναι ήδη ορατές στέλνοντας “δεξιά και όχι αριστερά μηνύματα”, μέσα σ' ένα οικονομικό κλίμα, με κοινά χαρακτηριστικά, τη φτώχεια, τη μιζέρια, τη κατάθλιψη, την απελπισία, τη τρομοκρατία, διαφέροντας ωστόσο σαφώς από τις προηγούμενες, ως προς την έλλειψη προοπτικής και ελπίδας.
Εν τούτοις η αποφυγή απόδοσης “πολιτικού” χαρακτηρισμού στην καταστροφική αυτή “εθνική Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη”, δεν στερεί το σαφή προσδιορισμό μιας καλά οργανωμένης και προγραμματισμένης διαδρομής με προκαθορισμένο στόχο.
Με άλλα λόγια ενός γνήσιου αμερικανικού “roadmap”, την εφαρμογή του οποίου ανέλαβε η ΕΕ, προσλαμβάνοντας, ως υπαλλήλους το “πολιτικό προσωπικό” της χώρας - μοντέλου, που χρησιμοποιείται για μελέτη και τεκμηρίωση.
Η μέχρι στιγμής επιτυχία του οφείλεται στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο μοντέλο είναι αυτοδιαχειρζόμενο ως προς την αυτοκαταστροφικότητά του, χάρις την με απόλυτη ακρίβεια επαναληπτικότητα και την άψογη συνεργασία των εξ αποστάσεως διαχειριστών και των εγχώριων πρωταγωνιστών της κρίσης – υπαλληλοπολιτικού προσωπικού, κρατικού και παρακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού καθώς και επικοινωνιακού συστήματος από τα πειθήνιο προσωπικό των μέσων ενημέρωσης – γεγονός που εξασφαλίζει ένα εγγυημένο αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από έναν αδιεξοδικό μονόδρομο.
Μια τέτοια προκαταρκτική αξιολόγηση, προκαλεί ικανοποίηση στους κύκλους των σχεδιαστών του και αυτοθαυμασμό στις “γελοίες μετριότητες”, που είχαν επιλεγεί ως κατάλληλες για την υλοποίησή του.
Ταυτόχρονα θα το ζήλευαν πολλοί από αυτούς που ασχολούνται με τη μοντελοποίηση συστημάτων, ιδιαίτερα των κοινωνικών, που είναι δύσκολο να προγραμματιστούν, λόγω της αδυναμίας του συνυπολογισμού της σύνθετης επίδρασης των πολλαπλών παραγόντων.
Το μοντέλο αυτό δεν διεκδικεί τα δικαιώματα μιας νέας “πατέντας”, δεδομένου ότι δεν είναι τίποτε το καινούργιο, αλλά αποτελεί μια εξελιγμένη, εκσυγχρονισμένη, αλλά όχι απαραίτητα αναίμακτη και παραπλανητική διέξοδο – όπως άλλα προηγούμενα - από τη καθιερωμένη διαδικασία των αλλεπάλληλων και επαναλαμβανόμενων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος, οι οποίες συνοδεύουν την εξέλιξη του συστήματος. Αυτή η φάση εξέλιξης δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει το οικονομικό σύστημα, που μονοπωλεί τη κυριαρχία του στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο, σαν τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης, όπως είχε καθιερωθεί, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ανάπτυξη, παρά μόνον ύφεση. Η διαδικασία συγκέντρωσης του πλούτου, που παράγεται από το κοινωνικό προϊόν, βρίσκει λιγότερο δαπανηρούς (από κάθε άποψη) τρόπους, να εξασφαλίζει την αποτελεσματική, λιγότερο οδυνηρή και περισσότερο επικερδή συσσώρευση τεράστιων χρηματικών αποθεμάτων σε όλο και λιγότερα χέρια, μέσα από μηχανισμούς που παρακάμπτουν τις κλασσικές μορφές της παραγωγικής αλυσίδας, διαμορφώνοντας μια άλλη πραγματικότητα μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος και καθιερώνοντας τις χρηματαγορές σαν τον υπέρτατο ρυθμιστή των πάντων και όχι απλά και μόνον της οικονομικής ζωής των σύγχρονων κοινωνιών. Ταυτόχρονα η σύγχρονη παγκόσμια ολιγαρχία θωρακίζεται μέσα από ένα πλέγμα νόμων, θεσμών, διαδικασιών και μηχανισμών, επιδιώκοντας να παραμείνει στο απυρόβλητο, αυξάνοντας την αποστασιοποίηση της και ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους που την απειλούν. Το νεωτεριστικό στοιχείο που επιλέγει για τον τρόπο διάσωσής της δεν είναι πάντα η απροκάλυπτη αυταρχικότητα και η ωμή βία, που αποτελούσε προσφιλή τακτική στις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά η φιλελευθεροποίηση, που φέρνει την παραπλανητική και πλαστή σφραγίδα του εκδημοκρατισμού. Μόλις λοιπόν εξασφαλισθούν τα συμφέροντά τους, το σύστημα απαιτεί των περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών, τη κατάργηση των κεκτημένων δικαιωμάτων, ακόμη και αυτών που έχουν εξασφαλισθεί μέσα από αιώνες αγώνων στα πλαίσια ακόμη και αυτής της αστικής δημοκρατίας. Η απαίτηση αυτή προβάλλεται σαν πανάκεια προκειμένου να ξεπερασθούν τα προβλήματα, που δημιούργησε η άπλετη δημοκρατία, ο ασφυκτικός κρατικός παρεμβατισμός και άλλες πολλές ατέλειες του συστήματος. Για το καλό των δυστυχούντων πολιτών, που άλλοτε ευημερούσαν (πλασματικά και προσωρινά), πρέπει να έχουμε μικρότερο κράτος και να καταργηθεί το δαπανηρό κράτος πρόνοιας. Για να διασωθεί το πολιτικό σύστημα, που ταυτίζεται αυθαίρετα και αδόκιμα με το δημοκρατικό πολίτευμα, θα πρέπει να περιοριστούν οι δημοκρατικές ελευθερίες. Ο άκρατος παραλογισμός,η απροκάλυπτη υποκρισία και η γελοιοποίηση της ανθρώπινης κοινής λογικής συνίσταται σε απλά ελληνικά : καταργούμε τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες, προκειμένου να σώσουμε τη δημοκρατία !!!
Για να σωθεί το οικονομικό σύστημα και να λυθούν τα οικονομικά προβλήματα, θα πρέπει το κράτος να μην είναι επιχειρηματίας.
Άλλος ένας παραλογισμός : υποβάλουμε τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας σε στερήσεις για να της εξασφαλίσουμε την ευημερία της.
Ποιος αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο ; Ποιος άλλος από τον επιτυχημένο κρατικοδίαιτο “ιδιωτικό τομέα', που μέχρι τώρα στέναζε από την ασφυκτική πίεση και εκμετάλλευση του κράτους. Πολύ δε περισσότερο, όταν οι κρατικές – κατ' όνομα και ιδιωτικές κατά διαχείριση – επιχειρήσεις απέδειξαν την ανικανότητά τους να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό που επιβάλλει η σύγχρονη (αντι)παραγωγική (παρα)οικονομία, που “ειρήσθω εν παρόδω” οδήγησε τον σύγχρονο κόσμο σε έναν νέο μεσαίωνα*.
Ποιοι αποκλείονται από τη διαχείριση της κρίσης ;
Οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι και οι ίδιοι που υφίστανται τις συνέπειές της.
Η αιτιολογία είναι ότι είναι συνυπεύθυνοι για την κρίση και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι συνδιαχειριστές. Ο κοσμάκης είναι κατάλληλος στο να επωμίζεται τις ευθύνες για τα σφάλματα των άλλων, αλλά ακατάλληλος βέβαια στο να επωμίζεται τις ευθύνες της διαχείρισης εξόδου από τη κρίση και αποφυγής νέων σφαλμάτων των “golden boys”, των παιδιών του κολεγίου, του Harvard και των παιδιών της αλλαγής.
Επανερχόμενοι στο επιδιωκόμενο προς καθιέρωση πρότυπο, η αποθέωση της επιβεβαίωσης του βρίσκεται στη καθιέρωση και στη λειτουργία των κομβικών του σημείων ή διακλάδωσης ή εκτόνωσης, τα οποία όπως και να τα ονομάσουμε, του εξασφαλίζουν τις απαραίτητες αναπνοές και τους νέες δαιδαλώδεις διαδρομές στη πορεία για τη μακροβιότητά του. Τα σημεία αυτά που δικαιολογούν απόλυτα – έστω και προσωρινά – τη καταστροφή που προκλήθηκε, ξεπερνούν τεχνιέντως την αμφισβήτηση και καλλιεργούν το έδαφος για την επερχόμενη επέλαση της δέσμης των “λύσεων” που θα επιφέρουν τη καινούργια καταστροφή και μετά πάλι απ' την αρχή. Έτσι η μια λαίλαπα, διαδέχεται την άλλη.
Στο διάστημα μόνο των δυόμιση τελευταίων ετών, ο ελληνικός λαός βρέθηκε αρκετές φορές μπροστά σε τέτοια διλήμματα. Από τη σωστή του απάντηση, που δυστυχώς του επιβλήθηκε στη μορφή της μοναδικότητας της μαγικής συνταγής, εξαρτιόνταν – όπως έλεγαν – το αν θα απέφευγε τα χειρότερα, που τελικά όχι μόνο δεν κατάφερε να τα αποφύγει, αλλά τα έζησε πολύ άσχημα στο πετσί του.
Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο χαρακτηριστικά :

ΔΝΤ ή πτώχευση
Δανειακή σύμβαση ή πτώχευση
Αποδοχή των όρων (χωρίς όρους) ή πτώχευση
Έξω ή μέσα στην ΕΕ
Ευρώ ή δραχμή

Τα “παιδιά” (The goodfellas) – όπως στη ταινία του 1990 – έστησαν ένα παιγνίδι, χωρίς τη δυνατότητα απαντήσεων με πολλαπλές επιλογές.
Για να αποφύγουμε το δεύτερο συνιστούσαν πάντα το πρώτο. Το στημένο παιγνίδι βρίσκονταν στο : ότι κι αν διαλέγαμε το δεύτερο θα γίνονταν, έτσι κι αλλιώς.
Έτσι ήρθε και το ΔΝΤ, η πτώχευση και μαζί της και ο Παπαδήμος, που ήταν η συνταγή για να την αποφύγουμε.
Δυστυχώς ότι ίσχυσε και στις τέσσερις πρώτες ερωτήσεις, μάλλον θα ισχύσει σύντομα και για τη πέμπτη !!

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα άλλο ακόμη δίλημμα :
αν θα έχουμε ή όχι κυβέρνηση μετά τις εκλογές
Λες και οι εκλογές ήταν δυνατόν να γίνουν για κάποιο άλλο λόγο, εκτός από το να αναδείξουν τη επόμενη κυβέρνηση της χώρας.
η πιο ειλικρινής παραλλαγή του διλήμματος, που δεν εκφράζεται ανοιχτά για να μην προκαλεί, αλλά που χρησιμοποιείται μόνο σε απόλυτα απαραίτητες στιγμές, που προκύπτουν από λογικά και επιχειρηματικά αδιέξοδα, είναι :
ή βγάζετε εμάς ως κυβέρνηση ή ακολουθεί η ακυβερνησία και το χάος
Στη πραγματικότητα το δίλημμα στην απλή του μορφή διατυπώνεται ως εξής :
ή βγάζετε εμάς ως κυβέρνηση ή ακολουθεί η ακυβερνησία και το χάος, που εμείς οι ίδιοι θα προκαλέσουμε, αν δε βγούμε κυβέρνηση !!
Άλλωστε πως θα μπορούσε να περιγράψει κανείς καλλίτερα την “ακυβερνησία” με την οποία μας απειλούν τα κόμματα της συγκυβέρνησης και αυτά που ασπάζονται την ίδια κινδυνολογία, αν όχι με τη πρωτοφανή μείωση του εισοδήματος, αυτών που έχουν τη τύχη να μπορούν να δουλεύουν ακόμη, με τη μείωση των δεδουλευμένων αποδοχών των συντάξεων τους, με τη κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, την διάλυση του κράτους πρόνοιας, με τον περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών, με τη πρωτόγνωρη βία σε κάθε διαμαρτυρία για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που δεν κληθήκαμε να αποδεχθούμε ή να απορρίψουμε και η οποία παρουσιάζεται επανειλημμένα σαν η μοναδική σωσίβια λέμβος για μια οικονομική, κοινωνική, και πολιτική τρικυμία από μια εναλλασσόμενη πολυετή δικομματική διακυβέρνηση, για τον τρόπο της οποίας ουδέποτε μας δόθηκε η δυνατότητα να εκφράσουμε τη γνώμη μας. Δηλαδή υπάρχει καλλίτερος προσδιορισμός της “ακυβερνησίας” από τη περιγραφή της σημερινής πραγματικότητας ;
Σε ποιαν άλλη μορφή “ακυβερνησίας” κινδυνεύουμε να βρεθούμε την επόμενη μέρα των εκλογών, αν όχι από εκείνη της επιδείνωσης της σημερινής, για την οποία είναι το μόνο πράγμα που μπορούν να μας εγγυηθούν, ότι είναι σε θέση να φέρουν με επιτυχία εις πέρας, οι εκπρόσωποι παλαιάς και νέας κοπής όλων των πολιτικών κομμάτων, που κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν μέχρι σήμερα τη χώρα και ανεξάρτητα αν εξακολουθούν να ανήκουν στους ίδιους ή σε άλλους μεταλλαγμένους – για τη σωτηρία του συστήματος - πολιτικούς σχηματισμούς.
Ποιος πρέπει να φοβάται, ποια ακυβερνησία ; είναι το σωστό ερώτημα και στο οποίο φυσικά υπάρχει απάντηση.
Ο λαός πρέπει να φοβάται αυτήν ακριβώς την πραγματική “ακυβερνησία” που προκαλείται από τον μέχρι σήμερα τρόπο διακυβέρνησης. Ενώ μια διακυβέρνηση με γνώμονα το λαϊκό συμφέρον είναι δυνατόν να έχει σαν αποτέλεσμα μόνον μια “ακυβερνησία” από τη πλευρά των μέχρι σήμερα κυβερνώντων, με την έννοια ότι δεν θα έχουν το δικαίωμα να κυβερνήσουν. Στη πραγματικότητα όταν μιλάνε για “ακυβερνησία”, αυτή ακριβώς εννοούν, άσχετα αν κινδυνολογούν με την άλλη.
Αν πρέπει να διαλέξουμε, τότε είναι προτιμότερο να μείνουν χωρίς απασχόληση οι λίγοι και επικίνδυνοι, παρά οι πολλοί και χρήσιμοι.
Γι αυτό ο λαός θα πρέπει με τη ψήφο του να τους στερήσει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και τη δύναμη να ξανακυβερνήσουν.
Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει χωρίς την ενότητα όλων εκείνων των δυνάμεων, που ισχυρίζονται ότι θέλουν να σταματήσουν τον κατήφορο της χώρας, να αλλάξουν τον τόπο και να του εξασφαλίσουν μια ανεξάρτητη και αυτοδύναμη πορεία με γνώμονα το συμφέρον του λαού και όχι των ξένων και ντόπιων εκμεταλλευτών.
Δυστυχώς αυτό ακριβώς που βρίσκεται στη σκέψη και στα λόγια όλων των Ελλήνων ανεξάρτητα από προηγούμενη ή τωρινή κομματική προτίμηση, δεν έγινε πραγματικότητα, με ευθύνη όλων των κομμάτων που υπερασπίζονται μια άλλη εθνική και και δίκαιη κοινωνικά πολιτική.
Τα μέχρι σήμερα προσκόμματα, οι δικαιολογίες και οι εξηγήσεις που έδωσαν το καθ' ένα από τη πλευρά του δεν επαρκούν για να δικαιολογήσουν την αδυναμία αξιοποίησης της ιστορικής ευκαιρίας, που δεν παρουσιάζεται όποτε και όπως εμείς θέλουμε.
Η ενότητα δεν χτίζεται μόνο με δηλώσεις, διακηρύξεις, με ωφελιμιστικούς υπολογισμούς ποσοστών, ηγετικές αξιώσεις, μικροκομματικούς υπολογισμούς εκλογικών ποσοστών και ατέρμονες συζητήσεις πάνω σε ιδεολογικές πλατφόρμες που προασπίζοντας τη σεχταριστική λογική της “καθαρότητας” της γραμμής, σκοπό έχουν εκ των προτέρων να αποκλείσουν δυνάμεις και όχι να τις ενώσουν.
Ούτε πάλι με την αναζήτηση εγκεφαλικών και βολονταριστικών σχημάτων, λες και υπήρχαν περιθώρια για οποιοδήποτε εκλογικό σχήμα, άλλο από το ενιαίο ψηφοδέλτιο.
Από την άλλη ο ισχυρισμός ότι ενδεχομένως να υπάρξει σύμπραξη μετά τις εκλογές, είναι αποκαλυπτικός για το χαρακτήρα των εμποδίων που έβαζαν κάποιοι, που ήθελαν να δουν τα ποσοστά τους να ανεβαίνουν, ώστε να εξασφαλίσουν καλλίτερες διαπραγματευτικές θέσεις στους νέους συσχετισμούς. Αλίμονο γιατί η πραγματικότητα μπορεί να διαψεύσει αυτούς και τις προβλέψεις τους.
Όποιοι λοιπόν ήθελαν πραγματικά και ειλικρινά να βρουν κοινή γλώσσα θα την έβρισκαν.
“Οι καιροί ου μενετοί” , είχε πει κάποτε ο Σόλωνας, στο βασιλιά της Λυδίας Κροίσο. Είναι ώρα να το θυμηθούν πολλοί από τους “πρωταγωνιστές” που εξαγγέλλουν την αλλαγή και ισχυρίζονται ότι αφουγκράζονται το λαό. Τούτη τη φορά ο λαός δεν ψιθύρισε, αλλά έβγαλε στεντόρεια κραυγή και όρθωσε το ανάστημα του. Κωφεύοντας και χάνοντας την ιστορική αυτή ευκαιρία, στερούν από τον λαό τη δυνατότητα αξιοποίησης της σαρωτικής δυναμικής ενός ενωτικού ψηφοδελτίου, που ήταν μια πολύ καλή αντεπίθεση σε έναν εκλογικό νόμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των κυβερνώντων.
Παρ' όλα αυτά απομένει μια άλλη εναλλακτική λύση, έστω και την ύστατη στιγμή.
Θα μπορούσε να διατυπωθεί μια πολιτική πρόταση, που θα μπορούσε να αποτελέσει μια ουσιαστική λύση και ένα πρακτικό πρώτο βήμα για να βγει η χώρα, τόσο από το σημερινό αδιέξοδο της κρίσης, όσο και από τη δυσκολία των επιλογών, που προκύπτει από το ασφυκτικό πλαίσιο των συμφωνιών και των δεσμεύσεων της χώρας μας.
Ταυτόχρονα θα μπορούσε να συσπειρώσει γύρω της ένα ευρύτατο φάσμα δυνάμεων ανεξάρτητα από τις πολιτικές ή προγραμματικές τους διαφορές.
Μια τέτοια πολιτική πρόταση θα πρέπει να έχει σαν βάση την ίδια τη λαϊκή ετυμηγορία.
Ας καλέσουν λοιπόν οι πολιτικές δυνάμεις που ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν την ενότητα, με μια κοινή πρόταση τον ελληνικό λαό τον Σεπτέμβριο, να αποφασίσει με δημοψήφισμα : αν θα πρέπει να επικυρώσει ή όχι η ελληνική βουλή το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας.

Όπως είναι γνωστό το Σύμφωνο αυτό που αποτελεί το επιστέγασμα της αντιλαϊκής πολιτικής και κατά γενική ομολογία εκτρέπει την Ευρώπη από την αρχική της πορεία, επιβάλλοντας με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της κρίσης, μια κατ' όνομα δημοσιονομική πειθαρχία, εις βάρος της εθνικής ανεξαρτησίας των λαών, θωρακίζοντας τα συμφέροντα των τραπεζών, των αγορών και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, έχει κατ' αρχήν υπογραφεί από την κυβέρνηση κάθε χώρας, αλλά θα πρέπει να επικυρωθεί και από τα κοινοβούλια των χωρών μελών.
Η μόνη χώρα που έσπευσε να το επικυρώσει είναι μόνο η Πορτογαλία.
Το κλίμα στην Ευρώπη αλλάζει, με κύριο γεγονός την παραίτηση της Ολλανδικής κυβέρνησης, που μέχρι τώρα αποτελούσε μέρος του σκληρού πυρήνα, της ομάδας που υιοθετούσε την πολιτική επιβολής αυταρχικών, αντιλαϊκών μέτρων, σαν τη αποκλειστική συνταγή για την αντιμετώπιση της κρίσης, που ωστόσο όπως ήταν αναμενόμενο οδηγούσαν νομοτελειακά ολόκληρη την ΕΕ στην ύφεση.
Το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου, αμφισβήτησε ευθέως τη πολιτική του Σαρκοζύ. Είναι λογικό το Σύμφωνο Μερκοζύ να τεθεί και εκείνο υπό αμφισβήτηση, ενδεχομένως και σε αναθεώρηση σε περίπτωση εκλογής του (Χ)ολλάντ.
Η Ισπανία και η Ιρλανδία θίγονται άμεσα από την εφαρμογή του νέου Συμφώνου.
Επιπλέον οι κανονισμοί που ισχύουν μέχρι στιγμής στην ΕΕ, δίδουν το δικαίωμα και το περιθώριο σε μια χώρα μέλος να προσφύγει στη λαϊκή ετυμηγορία.

Γιατί είναι απαραίτητο να γίνει κάτι τέτοιο :
Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να σταματήσει ο κατήφορος της εξάρτησης και της οικονομικής υποτέλειας και να πάρουμε άμεσα μια ανάσα μέσα σ' αυτό το κλίμα των ασφυκτικών πιέσεων που ασκούνται στη χώρα μας.
Εκφράζοντας άμεσα τη μη αποδοχή μας στη συμφωνία που βασίστηκε στη λογική των μνημονίων και που επιχειρεί να κατοχυρώσει θεσμικά τη λογική αυτή σε ολόκληρη την ΕΕ, όλες οι προηγούμενες δεσμεύσεις τίθενται σε αμφισβήτηση, ενώ ταυτόχρονα μας εξασφαλίζει ένα σημαντικότατο διαπραγματευτικό ατού, επανακτώντας το χαμένο έδαφος, που εγκαταλείψαμε, απεμπολώντας τη μια μετά την άλλη τις διαπραγματευτικές δυνατότητες, που είχαμε από την αρχή στη φαρέτρα μας.
Ξεπερνιόνται έτσι αρκετά από τα εμπόδια που μπαίνουν για την ακύρωση των συμφωνιών και των συμβάσεων, που έχουν υπογραφεί παράνομα μέχρι τώρα, αλλά και για εκείνες που έχουν το άλλοθι της νομιμοφάνειας.
Το τελευταίο αφαιρεί τη δικαιολογία σε πολιτικούς χώρους που προβάλλουν το επιχείρημα ότι έχουν την ισχύ νόμου και συνεπώς δεν έχουμε τη δυνατότητα να ακολουθήσουμε μια άλλη πορεία, παρά μόνο να αξιοποιήσουμε όσα ελάχιστα περιθώρια μας απομένουν.
Υποχρεώνει τις δυνάμεις εκείνες που είτε ειλικρινά ή δημαγωγικά, ισχυρίζονται πριν από τις εκλογές ότι θα επαναδιαπραγματευτούν, να μη παραμείνουν στα λόγια των προεκλογικών υποσχέσεων και να προχωρήσουν άμεσα και με συγκεκριμένο εξοπλισμό και συγκεκριμένη βάση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι σίγουρο ότι μετά από έναν τέτοιο πολιτικό χειρισμό, αυτοί που έχουν να χάσουν δεν θα είναι αυτοί που φιλοδοξούν να συμβάλλουν στο να πάρει η Ευρώπη μια άλλη πορεία, προς όφελος των λαών της, αλλά εκείνοι που απεργάζονται σχέδια θωράκισης του μονοπωλιακού - αυταρχικού κράτους των τραπεζών και των αγορών, χάνοντας κάθε νομικό επιχείρημα και κάθε θεσμική και ηθική κάλυψη.
Εύλογα λοιπόν δημιουργείται μια βάση συσπείρωσης γύρω από την οποία κινητοποιούνται ευρύτερες δυνάμεις που δεν είναι παγιδευμένες στη λογική των μνημονιακών και αντιμνημονιακών ή όποιων άλλων διλημμάτων. Ο ισχυρισμός ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να διχάσει τον ελληνικό λαό, είναι τουλάχιστον γελοίος, δεδομένου ότι αφήνει τα περιθώρια να δοκιμαστεί στη πράξη η ειλικρίνεια των προθέσεων και οι πραγματικές δυνατότητες της Ευρώπης.
Εξ άλλου η μέχρι τώρα πολιτική είναι αυτή που οδηγεί στον εθνικό διχασμό και στον κοινωνικό εμφύλιο, με τη φτώχεια, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς και τη προκλητική απαξίωση των κοινωνικών θεσμών.
Το κυριότερο φυσικά είναι το ότι δίνεται στο λαό η δυνατότητα να αποφασίσει σε συγκεκριμένη βάση και όχι σε προεκλογικά πυροτεχνήματα και υποσχέσεις , που θα παραπεμφθούν με τη πρώτη ευκαιρία και με οποιοδήποτε πρόσχημα, για άλλη μια φορά, στις καλένδες.
Είναι μια ανανέωση της λαϊκής εντολής, μια συγκεκριμενοποίηση των απαιτήσεων του λαού και μια έμπρακτη απόδειξη της στήριξης που είναι έτοιμος να εξασφαλίσει στις δυνάμεις της αλλαγής, διαλύοντας ανασφάλειες, επιχειρήματα και άλλοθι σχετικά με το αν θα έχουν ή δεν θα έχουν τη απαιτούμενη λαϊκή βάση και συναίνεση για τις απαιτούμενες αλλαγές.
Η συσπείρωση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο εσωτερικό μέτωπο. Ξεπερνάει τα στενά όρια της χώρας μας και απλώνει το χέρι για μια άλλη ευρύτερη συσπείρωση εκείνης των λαών της Ευρώπης, που σήμερα μαστίζονται από τη κρίση και που πολύ σύντομα τους περιμένει το ίδιο μέλλον.
Με τη πολιτική αυτή πρόταση της ακύρωσης του νέου Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας, συγκεκριμενοποιείται ο στόχος και αποκτούν πρακτική και ενιαία κατεύθυνση, τα επιμέρους κινήματα των λαών, που θα είναι σε θέση να πολλαπλασιάζουν τη δύναμή τους. Το κλίμα είναι περισσότερο από άλλοτε κατάλληλο για να ξεκινήσει ένα τέτοιο εγχείρημα.
Ας μην ξεχνάμε ότι το σύμπλεγμα των αγορών και των τραπεζών είχε πάντοτε το φόβο να μην προκληθεί όχι ένα – όπως έλεγαν – αλλά δύο ντόμινο.
Το πρώτο ήταν εκείνο της επέκτασης της κρίσης στις άλλες χώρες. Αν και στην ουσία δεν το απέφυγαν, τουλάχιστον νομίζουν ότι έχουν πετύχει σε σημαντικό βαθμό τη θωράκισή τους, για να αντιμετωπίσουν τις σχετικές συνέπειες. Αυτό όμως που φοβούνται περισσότερο και δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν, είναι οι συνέπειες από το δεύτερο ντόμινο. Από εκείνο που θα προκληθεί από τη γενίκευση και το συντονισμό των αγώνων των λαών, ενάντια στα μέτρα λιτότητας, που εφαρμόζονται με τον πλέον αντιδημοκρατικό τρόπο σε μια Ευρώπη, που αποτελούσε το πρότυπο της αστικής – τουλάχιστον – δημοκρατίας.
Αν χάσαμε την ευκαιρία και τη μάχη για το πρώτο, τουλάχιστον να μην χάσουμε και εκείνη για το δεύτερο.
Ο χρόνος μέχρι το Σεπτέμβριο είναι αρκετός για να γίνει η κατάλληλη ενημέρωση στον ελληνικό λαό, ώστε να αποκτήσει όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη και αντικειμενική εικόνα σχετικά με το τι θα σημαίνουν για αυτόν και μόνον γι αυτόν τα ενδεχόμενα που έχει μπροστά του, όπως :
η συγκεκριμένη δανειακή σύμβαση, ποιοι είναι οι όροι της, ποιες οι δεσμεύσεις της και οι συνέπειες της για τη ελληνική οικονομία αλλά και για το ελληνικό νοικοκυριό

τι σημαίνει η περαιτέρω παραμονή της χώρας μας στην ΕΕ κάτω από τις σημερινές τις συνθήκες, δηλαδή με τον ασφυκτικό κλοιό των δεσμεύσεων και ένα τέτοιο δημοσιονομικό Σύμφωνο

ή σε μια Ευρώπη χωρίς αυτά

τι σημαίνει μια ενδεχόμενη αποχώρηση της χώρας μας, είτε εκούσια, είτε ακούσια, από την ΕΕ

τι σημαίνει η παραμονή της χώρας μας με ευρώ ή εθνικό νόμισμα ή με συνδυασμό των δύο, σε μια ΕΕ με ένα τέτοιο Σύμφωνο

ή σε μια ΕΕ που θα τείνει στην αποσύνθεσή της

τι σημαίνει η αναγκαστική, άτακτη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα

τι σημαίνει η σταδιακή, μεθοδευμένη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα

Ένα τέτοιο δημοψήφισμα δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το απατηλό και δημαγωγικό σύνθημα του Παπανδρέου. Εκείνο παρά τις όποιες συζητήσιμες πτυχές και αξιοποιήσιμες ή μη δυνατότητες, είχε άλλους στόχους, όπως :
να αυξήσει τα κέρδη των κερδοσκόπων από την “αναταραχή” που δημιουργούσε και μόνο η εξαγγελία διεξαγωγής του

να δικαιολογήσει τη λήψη ασφυκτικότερων δεσμεύσεων για τη χώρα μας και αυστηρότερων μέτρων για όλη την Ευρώπη, όπως αυτά εκφράστηκαν με την επιχειρούμενη θεσμοθέτηση του νέου Συμφώνου.

να στρώσει το έδαφος στο “στήσιμο” της κυβέρνησης Παπαδήμου να εξασφαλίσει στον ίδιο μια ασφαλή “ηρωική έξοδο”

να εξασφαλίσει στο Σαμαρά το άλλοθι για να κάνει την απαιτούμενη για τη περίσταση στροφή, μετά τη μέχρι τότε επίπλαστη “αντιμνημονιακή” αντιπολιτευτική του στάση, χρήσιμη για εκείνη την αρχική περίοδο, που δεν δικαιολογείται όμως από τη πολιτική των συμφερόντων, που αυτός εκπροσωπεί

να βάλει στη Βουλή το γνήσιο τέκνο των αστικών κομμάτων “ένα ακροδεξιό κόμμα”, που χρησιμοποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις. Για παράδειγμα μπορεί να προσφέρει στελέχη του, να αποδυναμώνεται σκόπιμα και να ανοίγει το δρόμο σε πιο αμιγή φασιστικά κόμματα, που χρησιμοποιούνται σαν συγκριτικό άλλοθι, με το ενδεχόμενο να επανέλθει εκ νέου δυναμικά στο προσκήνιο

Αν κατ' αρχήν συμφωνούμε σε μια τέτοια πολιτική πρόταση ας ξεκινήσουμε έναν ειλικρινή και εποικοδομητικό διάλογο, ακόμη και τώρα πριν από τις εκλογές, εκφράζοντας την απαίτηση του ελληνικού λαού και δείχνοντας στην πράξη πόσο ειλικρινείς, πρακτικοί, αποτελεσματικοί και ικανοί είμαστε, προκειμένου να υλοποιήσουμε τη θέλησή του, αξιοποιώντας την ιστορική συγκυρία που μας προσφέρεται.



(*) Κι αυτό δεν αποτελεί έναν χαρακτηρισμό κατ' ευφημισμό, αλλά μια δυσοίωνη κι ολέθρια προοπτική, από την άποψη ότι απειλούνται με ανατροπή οι υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια την αστική δημοκρατία, χωρίς ταυτόχρονα να έχει εξασφαλισθεί μια νέα τάξη πραγμάτων προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων, δεδομένου ότι οι παραδοσιακοί φορείς έκφρασης της εργατικής τάξης, που αυτοπροσδιορίζονται σαν πρωτοπορία, βρίσκονται στη φάση αναζήτησης στρατηγικού προσανατολισμού και πρακτικών μορφών πάλης, κρατώντας σε στάση αναμονής έναν ολόκληρο κόσμο που είδε τις ελπίδες του να θρυμματίζονται και τους αγώνες του να εξακολουθούν να στερούνται αποτελεσματικότητας και να μην δικαιώνονται. Παράλληλα με την αυξανόμενη ανεργία, την ύφεση και την αδυναμία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που τείνει να επιφέρει η εξέλιξη του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, θα βρίσκονται πολύ σύντομα σε αναζήτηση της ίδιας της εργατικής τάξης για να της αποδώσουν ξανά τον πρωτοποριακό της ρόλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου