Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 2017

Περί απείρου

Τι θα σήμαινε για εμάς τους θνητούς το να ζούμε για πάντα; Ποια είναι η φύση ενός άπειρου συνόλου;
Μπορούμε να κάνουμε λόγο για μικρά και για μεγάλα άπειρα; Άραγε, το Σύμπαν θα υπάρχει αιωνίως;
Το σύµπαν είναι περιορισμένο; έχει αρχή;θα έχει τέλος; ποια η δοµή του µικρόκοσµου;υπάρχει όριο στη διαιρετότητα των υλικών αντικειμένων;
Η εµπειρία από µόνη της δεν μπορούσε να δώσει απάντηση κι έτσι το ζήτηµα, αν υπάρχει όριο στη διαιρετότητα των υλικών αντικειμένων, μετατοπίστηκε από την περιοχή της εµπειρίας στο χώρο των μαθηματικών και της φιλοσοφίας.
Σε ένα άπειρο Σύμπαν μπορεί να συμβεί οτιδήποτε; Άραγε, ο Θεός είναι άπειρος;Και αν ναι, δεν πρέπει να είναι «πιο μεγάλος» από τα εγκόσμια άπειρα, όπως είναι ο ανεξάντλητος κατάλογος των θετικών αριθμών;
Η έννοια του απείρου από το στερητικό άλφα και το πέρας που σημαίνει τέλος, είναι τόσο αρχαία, όσο και η Φιλοσοφία. Οι Ίωνες φιλόσοφοι ήταν οι πρώτοι που προσπάθησαν να το προσδιορίσουν. Στη φιλοσοφία του Αναξίμανδρου είναι το απέραντο και χωρίς όρια πρωταρχικό στοιχείο. Η προσέγγιση αυτή του Αναξίμανδρου ήταν σημαντικότατο βήμα προόδου για την εξέλιξη της έννοιας της ύλης όταν τη συγκρίνουμε με τις επικρατούσες θεωρίες της εποχής του.
Το “άπειρο” ανέκαθεν προξενούσε και προξενεί αρκετές δυσκολίες και προβλήματα στον καθορισμό του όπως και στην κατανόησή του. Με την έννοια “άπειρο” εννοούμε συνήθως κάτι το οποίο αντίκειται στο πεπερασμένο, κάτι χωρίς πέρας, κάτι έξω από το οποίο δεν υπάρχει τίποτα, κάτι το οποίο δεν επιδέχεται περαιτέρω αύξηση. Σε τελική ανάλυση κάτι που αδυνατούμε να βιώσουμε, να έχουμε την εμπειρία του με τα πεπερασμένα εργαλεία των αισθήσεων. Κι εδώ συναντάμε την ταύτιση του απείρου με τον Θεό.
Οι έννοιες του απείρως μεγάλου και του απείρως μικρού είναι έννοιες αφηρημένες πού όμως αντανακλούν πραγματικές σχέσεις του κόσμου. Το περιεχόμενο, υπόσταση του απείρως μεγάλου είναι η απεραντοσύνη
της ύλης μέσα στο χώρο και στο χρόνο, είναι η άπειρη ποικιλία των πραγμάτων και των ιδιοτήτων τους. Το απειροελάχιστο, ενυπάρχει στα απειροελάχιστα σωμάτια που αποτελούν την ύλη. Η έννοια του πεπερασμένου εκφράζει τον περιορισμό των πραγμάτων, των φαινομένων και των συγκεκριμένων διαδικασιών μέσα στο χώρο και το χρόνο. Η έννοια του απείρου σημαίνει τον απεριόριστο χαρακτήρα τηςύλης μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Το άπειρο και τα πεπερασμένο είναι λοιπόν αντιθέσεις που κατανοούνται μόνο συνδεδεμένα το ένα με το άλλο, και σε αμοιβαία αλληλεξάρτηση.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Από πού και γιατί Στέντωρ - (ν)τελάλης

Κυρίες και κύριοι φίλες και φίλοι γεια σας.
 Για τη μεγίστη σε ένταση, τη βροντερή φωνή χρησιμοποιούμε τον επιθετικό προσδιορισμό στεντόρεια.
Το επίθετο στεντόρειος -α -ο, προέρχεται από τον μυθικό ήρωα Στέντορα  που τον πρωτοσυναντάμε στην Ιλιάδα και πρόκειται για κάποιον πολεμιστή που η φωνή του ήταν τόσο δυνατή, που ακουγόταν σαν να φώναζαν 50 άνδρες μαζί. Ο χαλκεόφωνος κατά τον Όμηρο Στέντωρ ήταν κάτι ανάλογο με τις σημερινές διαβιβάσεις. Μετέδιδε δηλαδή με τη φωνή του τις διαταγές και τα μηνύματα από τη μια άκρη του μετώπου στην άλλη. Δηλαδή, όπως λέμε για κάποιον ότι πολέμησε με την ψυχή του, ο Στέντορας πολέμησε με τη... φωνή του
  Στον Στέντορα αποδίδεται η φράση: «Αιδώς Αργείοι.» με την οποία βροντερά - στεντόρεια, έψεξε
 τους Αργείους που δείλιασαν, μετά την αποχώρηση του Αχιλλέα από τη μάχη. το όνομα Στέντωρ ετυμολογείται από το ρήμα στένω-στενάζω + παραγωγικό επίθημα –τωρ. 
Κατά μία εκδοχή ο Στέντωρ καταγόταν από τη Θράκη. Η επικρατέστερη τον θέλει να κατάγεται από το Άργος
«Αρκάς το γένος, ερίσας δε προς τον Ερμήν περί μεγαλοφωνίας εφονεύθη υπ' αυτού.» Υποπίπτοντας στο μέγιστο κατά την αρχαιότητα αμάρτημα, την Ύβρι προκάλεσε, τον κήρυκα των θεών, τον θεό Ερμή και έχασε τη ζωή του στην προσπάθειά του να τον ξεπεράσει.
Ο Στέντορας, θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ο πρώτος δημόσιος κήρυκας ο πρώτος  ντελάλης. Η    λέξη είναι ντελάλης μάλλον τουρκικής προέλευσης από το  tellal. Οι  απόψεις,ότι η λέξη τελάλης προέρχεται  είτε από το επίρρημα τηλέ και το ρήμα λαλώ, είτε από την λέξη διαλαλητής μάλλον δεν ευσταθούν, αν και είναι αρκετοί που τις υποστηρίζουν στην προσπάθεια τους να ανακαλύψουν ελληνικές ρίζες σε κάθε ομιλούμενη γλώσσα του πλανήτη. Όπως και να χει όμως... μακρινός συνάδελφος μας ο ντελάλης, γιατί κι εμείς εδώ από το ραδιόφωνο τηλελαλούμε.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Από πού και γιατί 
Καβάλησε το καλάμι - Πήγασος
  

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι για σας, 
Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι, ιδιαίτερα μεταξύ εκείνων που ασχολούνται με την τέχνη, αλλά όχι μόνον, που, ενώ είναι ασήμαντες μετριότητες, ευνοημένοι από κάποια συγκυρία, από κάποιο εντελώς τυχαίο περιστατικό, κέρδισαν κάποια θέση, κάποια στιγμιαία αναγνώριση, που τους έβγαλε από την αφάνεια, με αποτέλεσμα να πάρουν τα μυαλά τους αέρα και να πιστέψουν ότι είναι... αυθεντίες, ότι είναι ανεπανάληπτοι ότι είναι μοναδικοί... Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, λέμε παραστατικά, για όλους αυτούς που τελευταία, αυξάνονται επικίνδυνα, ότι καβάλησαν το καλάμι.
Η φράση αυτή έχει τις ρίζες της στη μυθολογία,  και πιο συγκεκριμένα στο μύθο που ο ήρωας Περσέας, με τη βοήθεια της Αθηνάς κατάφερε να σκοτώσει, τη φοβερό τέρας τη Μέδουσα, που όποιος την αντίκριζε, πέτρωνε. 
Όταν λοιπόν την εξόντωσε κόβοντας το κεφάλι της, από τον κομμένο λαιμό της ξεπήδησε ένα άλογο με φτερά, κι επειδή... επήγασε, το ονόμασαν Πήγασο. Αυτό το φτερωτό άλογο ίππευσε ο Περσέας για να διαφύγει από τις αδελφές της Μέδουσας που τον κυνήγησαν
Το περίφημο αυτό άλογο το συναντάμε και σε αρκετά ακόμη επεισόδια της μυθολογίας μας. Σ ένα από αυτά ένας άλλος μυθικός ήρωας , ο Βελλερεφόντης, καβάλα στον Πήγασο κατάφερε να εξοντώσει ένα άλλο φοβερό τέρας της μυθολογίας μας τη Χίμαιρα.
Σε μεταγενέστερο μύθο, συναντάμε τον Πήγασο, ως άλογο των Μουσών, που τον ιππεύουν οι ποιητές για να ταξιδέψουν στο καλλιτεχνικό στερέωμα. 
Αυτό το τελευταίο επεισόδιο του μυθικού αλόγου, από το ότι δηλαδή οι θεοί το χάρισαν στις μούσες, αλλά και από ένα ποίημα του Ρωμαίου ποιητή Κάτουλου, που είχε γράψει, πως όταν στιχουργεί, νοιώθει ότι ανεβαίνει στα ουράνια ιππεύοντας τον Πήγασο, το φτερωτό αλογάκι της μυθολογίας μας, έγινε ο συμβολικός μεταφορέας της ποιητικής έμπνευσης, και φυσικά ο αγαπημένος των ποιητών.
Έτσι παλαιότερα όταν θέλανε να πούνε ότι κάποιος είναι ποιητής, μεταφορικά λέγανε ότι... ιππεύει τον Πήγασο.
Σε κάποια συγκέντρωση λογοτεχνών, στην παλιά Αθήνα, γινόταν λόγος για κάποιον ποιητή -απόντα φυσικά- που εκείνη την εποχή είχε εκδώσει μια ποιητική συλλογή και είχε δημιουργήσει αρκετό θόρυβο γύρω από το όνομά του. Σχολιάζοντας λοιπόν τον συνάδελφό τους, κάποιος από τους παρευρισκόμενους είπε: " Επιχείρησε να ιππεύσει τον Πήγασον, αλλά το μόνον που κατόρθωσε είναι να ιππεύσει τον κάλαμον...
Να διευκρινίσουμε ότι κάλαμος λεγόταν την εποχή εκείνη ο κονδυλοφόρος με τον οποίον έγραφαν.

Αυτό το ευφυολόγημα έκανε εντύπωση, και τελικά το "ιππεύει τον κάλαμο" εκλαϊκεύτηκε και καθιερώθηκε ως καβάλησε το καλάμι, για όσους το καβαλάνε,είτε νομίζουν πως είναι ποιητές, είτε κάτι άλλο πολύ σημαντικό, παρά τη δεδομένη ασημαντότητά τους.  

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Επετειακές χαρμολύπες και η αναγκαιότητα της ατάραχης εγρήγορσης


Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, γιορτάζουμε το “ΟΧΙ”γιατί υψώσαμε το ανάστημά μας και αντισταθήκαμε. Γιατί γίναμε παράδειγμα προς μίμηση, έστω κι αν το κόστος ήταν τεράστιο. Πείνα, εξαθλίωση, θάνατοι, καταλήστευση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας
Τα τελευταία δύο χρόνια, ξεκίνησαν και γίνονται κάποιες εκδηλώσεις για την απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου του 44, όμως στη συλλογική μας μνήμη, η επέτειος που είναι ταυτισμένη με το “έπος του 40” είναι η 28η Οκτωβρίου. Ίσως γιατί αυτά που ακολούθησαν στο αμέσως επόμενο διάστημα, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα, (Δεκεμβριανά, Συμφωνία της Βάρκιζας, Εμφύλιος), δεν άφησαν πολλά περιθώρια για χαρές και πανηγύρια. Ίσως γιατί το 40, έστω για λίγο, ενωθήκαμε, ενώ το 44 διχαστήκαμε.
Η χαρμολύπη, όπως και κάποιες άλλες λέξεις της Ελληνικής, (φιλότιμο, παλικάρι, μεράκι), δεν αποδίδεται μονολεκτικά σε καμία άλλη γλώσσα, είναι όμως μια πολύ συνηθισμένη συγκινησιακή κατάσταση, ιδιαίτερα για κείνους που μπορούν να διακρίνουν ότι δεν είναι όλα άσπρα - μαύρα κι ότι υπάρχουν άπειρες ενδιάμεσες αποχρώσεις, και πως ακόμη υπάρχουν κι άλλα χρώματα, και πως όπως το σκοτάδι κρύβεται και παραμονεύει, μέσα στο φως, έτσι και το φως επιστρέφει,αμέσως μετά την πλήρη επικράτηση του σκοταδιού.
Και στα γενέθλια μπορούμε να αισθανθούμε χαρμολύπη, και σε κάθε επέτειο.
Επέτειος του “Μαύρου στην ΕΡΤ”και της επαναλειτουργίας της, σήμερα. 11 Ιουνίου του 13, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει την ΕΡΤ. Δυο χρόνια μετά στις 11 Ιουνίου του 15, η τωρινή κυβέρνηση, άνοιξε την ΕΡΤ.
Η 11η Ιουνίου λοιπόν για μας τους Ερτικούς είναι μια επέτειος διπλή.

Λυπήθηκα για το "Μαύρο", όμως η χαρά απ το φως  που ξεπρόβαλε στα μάτια των ανθρώπων που αντιστάθηκαν ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη, από την όποια στιγμιαία απόγνωση. 
Χάρηκα με την επαναλειτουργία, όμως το σκοτάδι, παραφυλούσε για να γκριζάρει τα οράματά μας.
Η χαρά που μοιράστηκα με τους συναγωνιστές, συνάδελφους και αλληλέγγυους, μετριάστηκε από το σκοτάδι στα μάτια των ιδιοτελών των συμβιβασμένων και των μνησίκακων, που η παρουσία μας από μόνη τους ενοχοποιούσε, γιατί τους θύμιζε τη δική τους απουσία. Κι ακόμη περισσότερο λυπήθηκα για κάποιους από τους συναγωνιστές που, με την επαναλειτουργία ξαναθυμήθηκαν τις παλιές πρακτικές της χωριστικότητας  και διάλεξαν ένα χρώμα, μια απόχρωση... για να πολεμήσουν το ουράνιο τόξο, που με όλα τα χρώματα είχε προβάλει στον ορίζοντα, μετά την καταιγίδα της 11ης Ιουνίου.  Ούτε χαρά ούτε λύπη λοιπόν. Ούτε και χαρμολύπη βεβαίως. Ούτε κόκκινο ούτε ιώδες, Ούτε μαύρο ούτε άσπρο. Ο αγώνας δίνεται σε όλα τα χρώματα  ο αγώνας δεν έχει χρώματα. Υπήρχε προ του μαύρου, στη διάρκειά του και μετά από αυτό. Είναι συνεχής και καθημερινός και είναι αναγκαίο να είμαστε όλοι μαζί σε αυτόν.

Οι άνθρωποι της  ΕΡΤ, τουλάχιστον όσοι αισθάνονται «άνθρωποι της ΕΡΤ» και όχι απλώς εργαζόμενοι σε αυτήν, δεν ήταν άσχετοι με τους αγώνες.
ΟΙ αγώνες υπήρχαν καθημερινά και μάχες κερδίζονταν- και χάνονταν- σε όλα τα πεδία. Το μαύρο συγκέντρωσε δυνάμεις, βοήθησε στην εστίαση και ένωσε τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι της ΕΡΤ ανακάλυψαν ότι υπάρχουν πολλοί «άνθρωποι της ΕΡΤ» εκεί έξω, που η ζωή τους γκρίζαρε επίσης με το μαύρο.
Θυμός και λύπη για το μαύρο, χαρά και συγκίνηση για τη συνεργασία και την αλληλεγγύη. Η καθημερινότητα άλλαξε, ο αγώνας εντάθηκε και πέτυχε, γιατί ήρθε η επαναλειτουργία. Ή μήπως κερδήθηκαν απλώς κάποιες μάχες και κάποιες άλλες δίνονται ακόμα;