Η ευγένεια όπως προκύπτει από τις λέξεις που τη συνθέτουν, ευ και γένος, είναι ιστορικά συνδεδεμένη με την ανώτερη τάξη. Η σημασία της αρχαίας λέξη ευγενής που αρχικά δήλωνε τον υψηλής καταγωγής, σταδιακά επεκτάθηκε και τελικά κυριάρχησε με τη σημασία που έχει σήμερα, δηλώνοντας αυτόν «που έχει λεπτούς τρόπους, που φέρεται με αβρότητα».
γέννησε την ανάγκη για την ευγένεια. Ως ευγένεια γενικότερα ορίζεται η εφαρμογή των κανόνων καλής συμπεριφοράς και της εθιμοτυπίας, σε συγκεκριμένο όμως πολιτιστικό πλαίσιο, καθώς αυτό που θεωρείται ευγενικό σε μας, μπορεί κάποιες φορές να είναι αγενές ή απλώς εκκεντρικό σε έναν άλλο πολιτισμό. Στη Γερμανική το επίθ. höflich «ευγενικός» προέρχεται ουσιαστικό Hof «αυλή (ηγεμόνα ή ευγενούς)» Η γαλλική λέξη poli «ευγενικός» προέρχεται από το λατινικό polire «γυαλίζω» (> γαλλ. polir «γυαλίζω, ραφινάρω»). Τον 12ο αι. η λ. poli σήμαινε επίσης «κομψός», Στην αγγλική επίσης polite αρχικά σήμαινε «γυαλισμένος», τον 17ο αιώνα η λέξη poli ορίζει πλέον και τον καλλιεργημένο και μόλις έναν αιώνα αργότερα η λέξη αποκτά τη σημασία που έχει σήμερα.






