Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Από πού και γιατί - Της Πόπης

  Η φράση " έγινε της Πόπης" που την ακούμε σχεδόν καθημερινά, έχει συνήθως αρνητική χροιά καθώς τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την αποδιοργάνωση, την αταξία, το χάος, τον χαμό, τον πανικό που επικράτησε σε μια κατάσταση. Σπανιότερα κι ανάλογα με τα συμφραζόμενα χρησιμοποιείται για να περιγράψει απλώς το συνωστισμό ή και την κοσμοσυρροή. Η εντύπωση πως η φράση προέρχεται από την ιστορία κάποιας γυναίκας αμφιβόλου ηθικής, ή κάποιας σεξεργάτριας, είναι λαθεμένη κι οφείλεται στη συνώνυμη αθυρόστομη ατάκα που χρησιμοποιείται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η «Πόπη» περί ης ο λόγος δεν ήταν άνθρωπος, αλλά καράβι, ένα μετασκευασμένο επιβατικό ατμόπλοιο που το 1920, ενώ ήδη μετρούσε 40 χρόνια ζωής, έγινε κτήμα της «Ηπειρωτικής Ατμοπλοΐας». Ξεκίνησε ως ιδιωτική θαλαμηγός αναψυχής αλλάζοντας αδιάκοπα ιδιοκτήτες μετετράπη  τελικά σε πλοίο ακτοπλοΐας. Με άλλα λόγια, ένα παλιό, εντελώς ακατάλληλο σκαρί για τα δρομολόγια που πραγματοποιούσε.

Το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου 1934 το πλοίο «Πόπη», στο οποίο επέβαιναν 140 άτομα και ήταν φορτωμένο με εμπορεύματα (μεταξύ των οποίων κάποια ακριβά τυριά), προσάραξε κοντά στη Βουλιαγμένη ενώ εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Σύρο – Πάρο – Νάουσα Πάρου – Νάξο – Φολέγανδρο – Σίκινο – Οία – Ίο – Θήρα – Ανάφη – Αμοργό – Αιγιάλη – Σχοινούσα – Ηρακλειά – Κουφονήσια, και επιστροφή μέσω Νάξου, Πάρου, Σύρου, και θα κατέπλεε στον Πειραιά από όπου και είχε αναχωρήσει. Το πλοίο πήρε επικίνδυνη κλίση, αλλά δεν βούλιαξε κι ενώ η στεριά είναι λίγα μέτρα μακριά, επικρατεί πανικός καθώς ο καπετάνιος δίνει προτεραιότητα στο να μεταφερθούν τα τυριά και το πλήρωμα αφήνει τους επιβάτες στην τύχη τους. Το πλοίο τελικά δεν βυθίστηκε όμως 11 επιβάτες πνίγηκαν μέσα στην ταραχή τους και τον πανικό που επικρατούσε και η φράση «έγινε της Πόπης» καθιερώθηκε και συνοδεύει κάθε χαοτική κατάσταση χαμού. 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

Από πού και γιατί - Σκάνδαλο

  Στο λεξικά  η λέξη σκάνδαλο ορίζεται ως η αναστάτωση  που προκαλείται από λόγια, πράξεις, συμπεριφορά ή γεγονότα που έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμους της ηθικής, της ευπρέπειας, της αιδούς κτλ. αλλά και κάθε υπόθεση, συμβάν, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την τρέχουσα ηθική και προκαλεί την αποδοκιμασία αλλά και το έντονο ενδιαφέρον και την περιέργεια της κοινής γνώμης, καθώς έχουν εμπλακεί σ΄ αυτό πρόσωπα που θεωρούνταν ευυπόληπτα. Ένα σκάνδαλο μπορεί να είναι πολιτικό κοινωνικό, οικονομικό, δικαστικό και αρκετές φορές, όλα αυτά μαζί. Στις μέρες μας στο στίβο της πολιτικής κυρίως τα σκάνδαλα τείνουν να αποτελέσουν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.

Στην Ελληνική γραμματεία η λέξη πρωτοεμφανίζεται στον Αριστοφάνη με τον παράλληλο τύπο σκανδάληθρον για το ξυλάκι της φάκας που πάνω του έβαζαν το δόλωμα και την ενεργοποιούσε, όταν το θήραμα το ακουμπούσε. Άλλος παράλληλος  τύπος είναι η σκανδάλη, που εμφανίζεται στους ελληνιστικούς χρόνους με την ίδια σημασία, του στηρίγματος που ενεργοποιεί την παγίδα λέξη που διατηρήθηκε ως τα σήμερα για το εξάρτημα του όπλου που ενεργοποιεί τον επικρουστήρα– «με το δάχτυλο στη σκανδάλη» λέμε για αυτόν που περιμένει σε εγρήγορση να δράσει την κατάλληλη στιγμή.

Η σημερινή  σημασία της λέξης σκάνδαλο  έχει την αφετηρία της στη χρήση της λέξης στην Καινή Διαθήκη, όπου εμφανίζεται και το ρήμα σκανδαλίζω με τη σημασία «βάζω σε πειρασμό» «ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν» διαβάζουμε στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, «ο αγαπών τον αδελφόν αυτού εν τω φωτί μένει, και σκάνδαλον εν αυτώ ουκ έστιν» στην επιστολή του Ιωάννου και στη συνέχεια σε αρκετά χριστιανικά κείμενα, όπου το σκάνδαλο εμφανίζεται με τη μεταφορική ανήθικη σημασία μιας πράξης ή συμπεριφοράς που προκαλεί αποδοκιμασία. Ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου είναι ακόμα μία φράση που κληρονομήσαμε από την Ἁγία Γραφή. Η φράση από την προς Ρωμαίους επιστολή του Απόστολου Παύλου «λίθος προσκόμματος και πέτρα σκανδάλου» προέκυψε  η σημασία του προσκόμματός, του εμποδίου  στο δρόμο μας και σημερα τη λέμε για το πρόσωπο ή το γεγονός που είχε καταλυτικό ρόλο στο σκάνδαλο
και στην αποκάλυψή του.

Από πού και γιατί - Σικ

 Την άκλιτη δάνεια λέξη σικ την χρησιμοποιούμε για πρόσωπα και πράγματα, για να δηλώσουμε την καλαίσθητη κομψή καλοντυμένη αλλά και την εκλεπτυσμένη συμπεριφορά την ευπρέπεια, τη χάρη την ευγένεια και τον αριστοκρατικό χαρακτήρα Στην πορεία της στον καθημερινό μας λόγο η λέξη παρήγαγε και το επίθετο σικάτος -η  -ο για τον καλοντυμένο -σικάτο κύριο τη σικάτη κυρία, τη σικάτη εμφάνιση, το κομψό ντύσιμο. Την προέλευση της λέξης σύμφωνα με μια άγνωστη  στο ευρύ κοινό, ιστορία την οφείλουμε σε έναν νεαρό και άσημο ζωγράφο τον Ανδρέα Σικ (Andrea Chicque, 1771-1788) που ζούσε στο Παρίσι στα τέλη του 18ου αιώνα. Ο Ανδρέα Σικ ήταν μαθητής του κορυφαίου ζωγράφου της εποχής του, του Ζακ Λουί Νταβίντ, ο οποίος τον αγαπούσε και τον ξεχώριζε λόγω του ταλέντου και του χαρακτήρα του.Το αισθητικό πνεύμα και η έμφυτη αντίληψή του για τα χρώματα γοήτευαν τον δάσκαλό του. Όταν ο Σικ το 1788 σε ηλικία 17 ετών προσβεβλημένος από ευλογιά υπέκυψε, ο δάσκαλός του μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατό του, σοκαρισμένος τινάχτηκε από την καρέκλα του και κατευθύνθηκε στο
τρίποδο όπου βρισκόταν μία μισοτελειωμένη ελαιογραφία του Σικ και αντικρύζοντάς την, «αδύνατον», ψέλλισε, «δεν μπορεί να πέθανε. Πρέπει να ζήσει για να τελειώσει το έργο του». Έκτοτε όταν κάποιος μαθητής του του παρουσίαζε έναν πίνακα που δεν του άρεσε εκείνος τον απέρριπτε  λέγοντας: «Αυτό δεν είναι Σικ!» Αντιθέτως, αν κάποιος πίνακας  του άρεσε, συνήθισε να λέει: «Αυτός είναι Σικ! Πραγματικός Σικ! Έτσι το όνομα του Σικ έγινε ταυτόσημο με την τελειότητα της φόρμας και ο  χαρακτηρισμός «σικ» επεκτάθηκε ως έκφραση της αισθητικής, της συμπεριφοράς, της συνολικής εμφάνισης, της κομψότητας και κοσμικότητας.

Η λέξη αυτή δεν έχει σχέση με το ομόηχο λατινικό τροπικό επίρρημα sic, που σημαίνει έτσι και χρησιμοποιείται αποκλειστικά στον γραπτό και κυρίως στον δημοσιογραφικό λόγο  συχνά μέσα σε παρένθεση, όταν μεταφέρεται κείμενο ή λόγος τρίτου για να τονιστεί ότι η μεταφορά είναι πιστή και ότι τα λάθη ή οι ιδιαιτερότητες προέρχονται από τον αρχικό συγγραφέα και όχι από αυτόν που τα αναπαράγει. Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται ειρωνικά, για να επιστήσει ,ο αναμεταδίδων την προσοχή του αναγνώστη στο λάθος. 

Από πού και γιατί - Άγιος

 Το επίθετο άγιος -α -ο  στη βιβλική θεολογία, περικλείει την έννοια της απόλυτης ιερότητας και αγνότητας από λατρευτική και ηθική άποψη. Η λέξη ετυμολογείται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ἅζω=φοβάμαι, σέβομαι, τρέμω  που με τη σειρά του προέρχεται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα «yag». από το ίδιο ετυμολογικό θέμα έχει προέλθει και ἡ λέξη «ἁγνός» η οποία μάλιστα ήταν ἡ λέξη που χρησιμοποιείτο στην αττική διάλεκτο αντί της λέξης «ἅγιος», που δεν είχε εισαχθεί στην γλώσσα τους ακόμα. Τὸ «ἅγος»  με δασεία  σήμαινε : θρησκευτική ευλάβεια και εξαγνισμός. Αντίθετα το άγος με ψιλή είχε έκτοτε την αρνητική σημασία του μιάσματος της αμαρτίας που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα στη γλώσσα μας. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το άγος προερχόταν από έγκλημα που ακολουθούσε στη συνέχεια το δράστη, ο οποίος έτσι καθίστατο "εναγής" δηλαδή όπως λέμε σήμερα καταραμένος. Σε άγος υπόκειντο όχι μόνο τα άτομα (δράστες, εγκληματίες) αλλά ακόμη και πόλεις και κράτη ολόκληρα στα οποία συνέβαινε ή είχε συμβεί να "μιανθούν" από σοβαρό έγκλημα πολίτη ή ομάδας πολιτών ή και
των Αρχών. Όπως το το Κυλώνειον άγος που μας περιγράφει ο Θουκυδίδης και  ήταν μια σειρά από δεινοπαθήματα και θεομηνίες που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και που αποδόθηκαν στην οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Μεγακλή που είχαν καταφύγει στον ναό της θεάς Αθηνάς. Η λέξη «ὁ ἀγός» ποὺ σημαίνει  « αρχηγός,  ηγέτης»  δεν συνδέεται ετυμολογικά με τα προαναφερθέντα καθώς το θέμα «ἁγ-» προέρχεται από το άγω=οδηγώ Παρετυμολογικά, πολλοί θρησκευόμενοι το συνέδεσαν, θεωρώντας «ἅγιο» αυτόν που οδηγεί.

Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί Αγίους όλους τους βαπτισμένους Χριστιανούς, που ζουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, που αγωνίζονται για την σωτηρία της ψυχής τους και που επιδιώκουν να κατακτήσουν την Βασιλεία του Θεού. Στον 4ο αιώνα ο τίτλος “Άγιος” αρχίζει να αποδίδεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς ΄”φίλους του Θεού”, που ξεχωρίζουν για το μαρτύριό τους, για την ζωή τους και για τα θαύματά τους. Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας όμως τονίζει: “Άγιος είναι εκείνος που είναι καθαρός από κακία και αμαρτήματα”. 

 Τέλος πρώτη από όλους τον τίτλο της «Υπέρ Αγίας» έλαβε η Παρθένος Μαρία...






Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

ΑΠΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ - Λαμόγιο


Μία από τις πολλές λέξεις που προστέθηκαν σχετικά πρόσφατα στο καθημερινό μας λεξιλόγιο για να περιγράψουν τα ήθη που επικράτησαν ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η λέξη λαμόγιο. Προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (πρφ.: λα μόγιε – μτφ.: η σύζυγος). Τα Λαμόγια ήταν οι βοηθοί, οι αβανταδόροι, των παπατζήδων. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως στα ευθυμογραφήματα του Νίκου Τσιφόρου για τους τους αβανταδόρους,  τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τους αφελείς, για να τους ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. Κι όταν το ξαλάφρωμα είχε φτάσει σε επιθυμητά για τη συμμορία επίπεδα ο τσιλιαδόρος της παρέας δήθεν έντρομος φώναζε: Αστυνομία! Αστυνομία! Αμέσως ο παπατζής τύλιγε το ύφασμα με τα τρία τραπουλόχαρτα και τα λεφτά και την έκανε λαμόγιο, δηλαδή  εξαφανιζόταν τρέχοντας. δηλαδή την έκανε λαμόγιο
Η ιστορία της λέξης ξεκινάει από παρόμοια περιστατικά  στα τραπέζια του τζόγου στην Ιταλία. Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μη ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος «la moglie, la moglie», (λαμόγιε…), ότι, δήθεν, τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο,  δηλαδή την κοπάνησε). Αυτή η σατιρική έκφραση έφτασε στην Ελλάδα, ενώ ξεχάστηκε στην Ιταλία, και τη χρησιμοποιούμε για να προσδιορίζουμε τον ασυνεπή τον μικροαπατεώνα και προσφάτως πολλά από τα δημόσια πρόσωπα που με τη συμπεριφορά τους έλκουν τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη η λέξη βγαίνει από τη λέξη μόγια που χρησιμοποιείται στη λατινική Αμερική και σημαίνει απατεωνιά.

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

Από πού και γιατί* - Πέναλτι

 Το  πέναλτι στην ποδοσφαιρική ορολογία είναι η ποινή που επιβάλλεται σε  παράβαση των κανονισμών του αθλήματος μέσα στην περιοχή της αμυνόμενης ομάδας. Το πέναλτι «εσχάτη των ποινών» για τους γλωσσαμύντορας, έλκει την καταγωγή του  στην ελληνική λέξη  ποινή. Η ελληνική λέξη σήμαινε αρχικά την τιμή του αίματος, την εκδίκηση για έγκλημα που διαπράχθηκε. Περνώντας  στα λατινικά ως poena  η σημασία της διευρύνθηκε: σε «πρόστιμο» και «τιμωρία»  αλλά και «πόνος, λύπη, βάσανα». Αργότερα έχουμε το παράγωγο poenalis  «ο ποινικός», και το μεσαιωνικό λατινικό ουσιαστικό poenalitas «τιμωρία, πρόστιμο». Από εκεί η λέξη πέρασε  στα αγγλικά, με δύο μορφές. ως penality και ως penalty, από τις οποίες η δεύτερη τελικά επικράτησε.

Η χούντα για να
εξαλείψει τους ξενόγλωσσους όρους απ’ το ποδόσφαιρο, προσπάθησε, χωρίς φυσικά να το πετύχει, να καθιερώσει τον όρο  «επανορθωτικόν λάκτισμα»,  που είναι πιστή μεταφορά (μεταφραστικό δάνειο δηλαδή) του γαλλικού όρου,  coup de pied de reparation,  όρος που δεν πολυχρησιμοποιείται, ούτε στη Γαλλία, παρά μόνο σε θεσμικά κείμενα.
Στα πρώτα βήματα του ποδοσφαίρου στην Αγγλία δεν υπήρχε ο κανονισμός του πέναλτι. Κατά τη διάρκεια των αγώνων ήταν σύνηθες να γίνονται πολλά φάουλ μέσα στην περιοχή  από τους αμυνόμενους, προκειμένου να αποτρέψουν παραβίαση της εστίας τους. Η επινόηση του πέναλτι πιστώνεται στον Ιρλανδό τερματοφύλακα και επιχειρηματία William McCrum. Το 1890 Η Ιρλανδική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία παρουσίασε την ιδέα στη συνεδρίαση του Διεθνούς Συμβουλίου Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, χωρίς όμως να ληφθεί κάποια απόφαση.
 Ένα χρόνο αργότερα, στις 14 Φεβρουαρίου 1891, κατά τη διάρκεια του προημιτελικού αγώνα για το Κύπελλο Αγγλίας μεταξύ Στόουκ Σίτι και Νοτς Κάουντι, η Νοτς είχε το προβάδισμα 1-0, σε μια από τις επιθέσεις της Στόουκ, που αναζητούσε την ισοφάριση, ένας παίκτης της Νοτς σταμάτησε την μπάλα με το χέρι του μερικά εκατοστά από τη γραμμή του τέρματος. Δόθηκε φάουλ. Τότε, όλοι οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας τοποθετήθηκαν μπροστά από τη γραμμή του τέρματος, ο τερματοφύλακας απέκρουσε και η Στόουκ έχασε το παιχνίδι. Όμως, το αποτέλεσμα θεωρήθηκε άδικο. Κι έτσι, στις 2 Ιουνίου 1891,ο στη Γλασκόβη, ο κανονισμός του πέναλτι. υιοθετήθηκε επισήμως από τη Διεθνή Ένωση Ποδοσφαίρου, την οποία αποτελούσαν οι ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες Αγγλίας, Σκωτίας, Ουαλίας και Ιρλανδίας και τέθηκε σε ισχύ σε όλα τα πρωταθλήματα από τη σεζόν 1891-1892.
*Καθημερινά (Δε - Παρ) 07:56 & 18:56 στο ΠΡΩΤΟ Πρόγραμμα 91,6 &105,8  
http://live24.gr/radio/generic.jsp?sid=2073

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Από πού και γιατί* - Διαλογισμός

 Για το διαλογισμό υπάρχουν τόσοι ορισμοί όσες και οι πολυάριθμες παραδόσεις και σχολές που τον διδάσκουν. Συνεκδοχικά θα τολμήσω να τον ορίσω ως την κατάσταση της αυξημένης εγρήγορσης, εστιασμένης προσοχής και εσωτερικής σιγής που εισέρχεται ο διαλογιζόμενος. Η λέξη ετυμολογείται από τη σύνθεση της πρόθεσης διά με το ουσιαστικό λογισμός.

Τις τελευταίες δεκαετίες, όσο η Δύση ερχόταν σε μεγαλύτερη επαφή με την Ανατολή, οι τεχνικές του διαλογισμού άρχισαν να εισάγονται και να διδάσκονται  στο δυτικό κόσμο. Έτσι ο διαλογισμός, αποκομμένος από τη θρησκευτική του σύνδεση μεταλλάχθηκε στο δυτικό κόσμο ως μια στάση και φιλοσοφία για μια καλύτερη ζωή με πληρότητα και νόημα. Έτσι σήμερα αναγνωρίζουμε τα οφέλη του διαλογισμού  καθώς έχουμε στη διάθεσή μας πάνω από 6.000 επιστημονικές έρευνες. Οφέλη όπως σημαντική μείωση του στρες, βελτίωση της επικοινωνίας, ενσυναίσθηση, απόκτηση ευρείας αντίληψης για την επίλυση προβλημάτων, περισσότερη ανθεκτικότητα κάτω από πίεση και δύσκολες καταστάσεις.

Ενδιαφέρον όμως,
παρουσιάζουν κάποιες αναφορές από την αρχαία Ελλάδα, οι οποίες αποδεικνύουν πως ο διαλογισμός δεν ήταν κάτι «ξένο»,  στην αρχαία Ελλάδα.

Στο  Συμπόσιο του Πλάτωνα διαβάζουμε πως ο Σωκράτης διαλογιζόταν συχνά.

Στην αρχή του διαλόγου και ενώ οι συνδαιτυμόνες του τον περίμεναν να μπει μέσα, βλέποντας ότι αργεί έστειλαν έναν δούλο να τον φωνάξει:

 "Φώναξε τον γρήγορα" είπε ο Αγάθων

 Ένας εκ των συνδαιτημόνων ο Αριστόδημος, επενέβη λέγοντας : "Αφήστε τον. Έχει ξέρετε ένα τέτοιο συνήθειο. Παραμερίζει πότε-πότε όπου τύχει και στέκεται ακίνητος".

Σε επόμενο σημείο του διαλόγου ο Αλκιβιάδης, εξιστορεί ένα γεγονός από την μάχη της Αμφίπολης, όπου φαίνεται πως ο Σωκράτης διαλογιζόταν για μια ολόκληρη ημέρα.

.Μία άλλη μαρτυρία από τον  Ιάμβλιχο , αναφέρει πως ο Πυθαγόρας, κατά την διάρκεια του ταξιδιού του στην Αίγυπτο, φαίνεται ότι διαλογιζόταν καθ' όλη την διάρκεια του ταξιδιού.

"Καθ' όλο το διάστημα του ταξιδιού έμεινε (ο Πυθαγόρας ) σε ένα και το αυτό σημείο επί δύο νύκτες και τρεις ημέρες, χωρίς να μετάσχει ούτε τροφής, ούτε ποτού, ούτε ύπνου."

Σήμερα  από τις πιο διαδεδομένες τεχνικές διαλογισμού που διδάσκεται σε 234 μόνιμα κέντρα και 136 ενοικιαζόμενες εγκαταστάσεις σ' όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα, είναι ο διαλογισμός Vipassana όπως διδάσκεται από τον S.N. Goenka.  Η Βιπάσανα, που σημαίνει να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα, είναι μια από τις αρχαιότερες τεχνικές διαλογισμού της Ινδίας.  Δεν υπάρχει καμία χρέωση για τα σεμινάρια -ούτε καν για τη διαμονή και διατροφή. Όλα τα έξοδα καλύπτονται από δωρεές ατόμων που έχοντας ολοκληρώσει ένα 10ήμερο σεμινάριο, επιθυμούν να προσφέρουν και σε άλλους την δυνατότητα να ωφεληθούν κι αυτοί.

* Καθημερινά στο ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  https://www.ertecho.gr/radio/proto/ (Δευτέρα - Παρασκευή)στις 7:56 και στις 18:56 

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

Από πού και γιατί* - Κολαούζος

Στο λήμμα  κολαούζος  το λεξικό της κοινής Ελληνικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη αναφέρονται μόνο δύο από τις πολλές ομολογουμένως σημασίες που έχει αποκτήσει η λέξη:1. ο οδηγός σε μια πορεία, αυτός που δείχνει το δρόμο. ΠAΡ Xωριό που φαίνεται κολαούζο δε θέλει, για κάτι αυτονόητο και πασιφανές. 2. άνθρωπος φορτικός, προσκολλημένος σε κάποιον. συνήθως ανώτερό του, που τον ακολουθεί πάντα και του προσφέρει τις υπηρεσίες του. Ο κολαούζος είναι  άμεσο δάνειο από την τουρκική, kιlavuz που σημαίνει οδηγός. Οι οδηγοί των καραβανιών στα βαλκάνια  έλεγαν τα άλογά τους κολαούζους, δηλ. οδηγούς, διότι ήξεραν το δρόμο, και έτσι ενώ ο αναβάτης μπορούσε να αποκοιμηθεί στο σαμάρι, και το άλογο πήγαινε  χωρίς καθοδήγηση από τον καβαλάρη. Αν κάποιος δεν ήξερε το δρόμο, έπαιρνε ένα κολαούζο (άνθρωπο και άλογο) και έβρισκε το δρόμο του προορισμού του. Εξ ου και η παροιμιακή φράση «χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε θέλει» που υπάρχει και στην τουρκική από όπου  κατά πάσα πιθανότητα τη δανειστήκαμε.

Στην καθομιλουμένη η λέξη απέκτησε κι άλλες σημασίες. Κολαούζος επίσης ονομάστηκε  το συρματόσκοινο με το οποίο συνδέονταν οι δύτες με το σκάφος τους, το εργαλείο με το οποίο  ανοίγουμε  σπειρώματα για να περάσουμε βίδες, αλλά και το ψάρι , που η επιστημονική του ονομασία είναι Naucrates ductor. Το ψάρι  αυτό που ζει σε εύκρατες και τροπικές θάλασσες, ακολουθεί μεγάλα πλοία  γιατί τρέφεται από τα απορρίμματα αλλά και τους  καρχαρίες  με τους οποίους  λειτουργεί και ως οδοντόβουρτσα  εισερχόμενο στο στόμα για να καθαρίσει  τα υπολείμματα της τροφής από τα δόντια τους.

Πάντως σήμερα λόγω της παρετυμολογικής συσχέτισης: με το κολλάω- η συνηθέστερη χρήση  της λέξης στην καθομιλουμένη είναι με τη σημασία του υποτακτικού του γλείφτη, σφουγκοκωλάριου, του προσκολλημένου.

* Καθημερινά στο ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  https://www.ertecho.gr/radio/proto/ (Δευτέρα - Παρασκευή)στις 7:56 και στις 18:56 

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Από πού και γιατί* - Δικαιοσύνη

Η λέξη δικαιοσύνη προέρχεται από το επίθετο «δίκαιος» και αυτό από τη λέξη «δίκη». Η δικαιοσύνη είναι η τήρηση και η εφαρμογή των νόμων με αμερόληπτο τρόπο, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνική Γλώσσας, είναι επίσης το νομικό σύστημα, η κοινή αντίληψη περί δικαίου και γενικότερα η απουσία αδικίας και ανισοτήτων, όπως για παράδειγμα η κοινωνική δικαιοσύνη, η οποία, να σχολιάσω εγώ τώρα: είναι τόσο συχνή στις μέρες μας όσο οι νεράιδες και οι μονόκεροι.

Ο δίκαιος είναι αυτός που συμφωνεί με τους νόμους και τους κανόνες, ο αμερόληπτος, ενώ το Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων που ρυθμίζουν αναγκαστικά τις σχέσεις των μελών μιας κοινωνίας, ορίζοντας τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται.

Η δίκη, απ’ όπου πήγασαν όλες αυτές οι βαρύγδουπες λέξεις, ως θεότητα ήταν η προσωποποίηση της δικαιοσύνης, κόρη γαρ του Δία και της Θέμιδας, αλλά ως έννοια σημαίνει την εκδίκαση υποθέσεως ενώπιον δικαστηρίου, αλλά και την τιμωρία: λέμε για τη Θεία Δίκη, τη νέμεση εκ Θεού των αδικοπραγούντων, αν και αυτή τη θεία προσωπικώς δεν την έχω συναντήσει... Ετυμολογικά η δίκη προέρχεται από το αρχαίο «δείκνυμι», που σημαίνει «δείχνω». Στον Όμηρο η δίκη αναφερόταν αποκλειστικά στην ανθρώπινη δικαιοσύνη, ενώ η συγγενική λέξη «Θέμις» αφορούσε τη θεία δικαιοσύνη.

Τώρα να πούμε πως ό,τι νόμιμο δεν είναι απαραιτήτως και δίκαιο, πόσο μάλλον ηθικό, καθώς η Δικαιοσύνη, και όχι μόνο στην Ελλάδα, έχει ένα ταξικό πρόσημο να, με το συμπάθιο. Ασφαλώς είναι τυφλή, αλλά μόνο προς το δίκιο των ασθενέστερων. Κι όπως έλεγε κι ο Όργουελ, όλα τα ζώα είναι ίσα, ενώπιον του νόμου, απλώς κάποια είναι πιο ίσα από τ’ άλλα.

 Οι Έλληνες είναι(;) ίσοι ενώπιον του νόμου: Σύνταγμα άρθρο 4

Το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδος αντίκειται και αντιφάσκει προς εαυτό, εφ’ όσον με το άρθρο 86  “Περί (μη!) ευθύνης υπουργών” όρισε στην παράγραφο 1. ότι: Μόνον η Βουλή(!) έχει αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.   Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό έρχεται σε ολομέτωπη κόντρα με το θεμελιώδες άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι: Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 


Αθώος και ένοχος

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της δικαιικής επιστήμης και της εφαρμογής της στη νομολογία πολλών χωρών, ίσως των περισσοτέρων, είναι να θεωρείται ο κατηγορούμενος αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του – και όχι το ανάποδο. Ο αρχαίος όρος «αθώος» παράγεται από το στερητικό άλφα και τη λέξη «θωή», που σημαίνει «ποινή»

Συνεπώς ετυμολογικά, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, ο αθώος είναι ο «μη άξιος ποινής», αυτός δηλαδή που αποδεικνύεται και κρίνεται στο δικαστήριο ότι δεν διέπραξε αδίκημα που επιφέρει ποινή. Σήμερα «αθώος» είναι αυτός που απαλλάχθηκε με δικαστική απόφαση από διατυπωθείσα κατηγορία και γενικότερα αυτός που δεν φταίει, που δεν έχει ευθύνη, που δεν πιάστηκε στα πράσα ας πούμε. Επίσης αθώος είναι αυτός που δεν έχει εξοικειωθεί ακόμα με τα ζητήματα του σεξ ή που δεν έχει ερωτικό περιεχόμενο – αυτός ο αθώος είναι το αντίθετο του πονηρού. Επίσης «αθώο» λέμε και τον άβγαλτο, τον απονήρευτο, αυτόν που δεν έχει κοινωνική εμπειρία, που δεν ξέρει την πιάτσα.

 Κάποιοι πιστεύουν, και μάλλον συμφωνώ μαζί τους, πως είναι προτιμότερο να κυκλοφορούν ατιμώρητοι δέκα ένοχοι, παρά να καταδικαστεί άδικα ένας αθώος. Αυτή την παραδοχή, αυτό το περί δικαίου αίσθημα, εκμεταλλεύονται κάτι ένοχοι σαν το Διάβολο, ώστε να τη γλιτώσουν από τη δικαιοσύνη,
σφυρίζοντας όχι αδιάφορα, αλλά κλέφτικα. Και το καταφέρνουν αυτό αυτοί οι υπεράνω του νόμου άνθρωποι με τη βοήθεια ολόκληρων συνταγμάτων από χρυσοπληρωμένους δικηγόρους. Υπαινίσσομαι ευθέως πως σε αρκετές περιπτώσεις η απονομή δικαιοσύνης είναι α λα καρτ – εξαρτάται από το πόσο πλούσιος είναι ο ένοχος και το πόσο φτωχός ο αθώος.

Και μια που μιλάμε για ενόχους, να πούμε πως το ρήμα «ενέχω» σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, «φέρω ή κρύβω κάτι μέσα μου» – το «περιέχω» είναι συνώνυμο. Ας πούμε, ο λόγος του βουλευτή ενείχε αιχμές κατά του υπουργού. Το μεσοπαθητικό όμως «ενέχομαι» σημαίνει «έχω ανάμειξη σε επιλήψιμη ή/και κολάσιμη πράξη» – δηλαδή «εμπλέκομαι» σε κάτι. Απ' αυτό το ρήμα, το «ενέχω», προέρχεται και το επίθετο «ένοχος».

Ένοχος λοιπόν είναι αυτός που ευθύνεται για αξιόμεμπτη πράξη ή κατάσταση, όπως, ας πούμε, ο επίορκος δημόσιος λειτουργός που αερίζει τις μίζες του σε εξωχώριους παραδείσους. Ένοχος είναι επίσης αυτός που φανερώνει ή δείχνει την ενοχή του για κάτι, όπως ο σκύλος σας, για παράδειγμα, που σας κοιτάζει με κατεβασμένα αυτιά πάνω από μια μασημένη παντόφλα και εν τέλει ένοχος είναι αυτός που παραβιάζει τον γραπτό ή άγραφο νόμο, σαν τον γιατρό που κάνει διακοπές για δύο βδομάδες στη Χαβάη, με όλα τα έξοδα πληρωμένα, επειδή συνταγογράφησε τα σωστά φάρμακα.

Βέβαια άλλο πράγμα είναι να είσαι παιδιόθεν κατσικοκλέφτης κι άλλο να σε τσακώσουνε με τη γίδα στην πλάτη. Θέλω να πω πως η ενοχή τού οποιουδήποτε πρέπει να αποδεικνύεται σε νόμιμη δίκη, κάτι που σε αρκετές περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο, για να μην πούμε σχεδόν αδύνατο, όταν, λέω εγώ τώρα, τα βρόμικα χέρια του αδικοπραγούντος είναι γεμάτα λεφτά, κάτι που, όλως παραδόξως, εμποδίζει την απονομή της δικαιοσύνης.

Να πω, καταλήγοντας, πως η ομολογία της ενοχής γενικώς ελαφρύνει τη θέση του ενόχου. Βέβαια κάποιες ομολογίες είναι εντελώς πέτσινες, πώς το λένε, μουσαντέ. Εννοώ πως εάν σε έχουν κάτω και σε βασανίζουν, στο τέλος ομολογείς τα πάντα, από τη δολοφονία του Κένεντι μέχρι τον χαμό της Ατλαντίδας. Αλώστε όλοι είμαστε λίγο ένοχοι για κάτι ή για πολλά, κι ακόμα κι αν δεν είμαστε, υπάρχουν οι μεγάλες θρησκείες που αυτή είναι η δουλειά τους: να μας κάνουν να νιώθουμε ένοχοι, ώστε να αγοράζουμε πανάκριβα τη συγχώρεση που μοσχοπουλάνε.

* Καθημερινά στο ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  https://www.ertecho.gr/radio/proto/ (Δευτέρα - Παρασκευή)στις 7:56 και στις 18:56 

  Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση ακόμη και μεταξύ των μορφωμένων, ο Χάξλεϋ και ο Όργουελ δεν προφήτευσαν το ίδιο πράγμα. Ο Όργουελ προει...